
“Σαμοθράκη..
Ένα βουνό καταμεσής στο πέλαγο. Ένα φυλαχτό στην
άκρη του Αιγαίου. Μακριά για τους πολλούς μα πάντα κοντά για τους εκλεκτούς. Για εκείνους που αντίκρισαν πρώτη φορά τον εαυτό τους σαν έσκυψαν στη Βάθρα. Για εκείνους που άκουσαν το κάλεσμα όταν βρέθηκαν στην κορυφή του Σάος. Για εκείνους που ήπιαν νερό από το Βάτο και θυμήθηκαν το όνομα τους, που περπάτησαν πλάι στον Φονιά, που στάθηκαν στην σκιά του Πύργου και που πέρασαν την πύλη του Ιερού των Μεγάλων Θεών. Εκείνοι που ήρθαν μία φόρα και τυλίχτηκαν με την αύρα της Σαμοθράκης είναι εκείνοι που μπορούν να νιώσουν όσα δεν περιγράφονται με λέξεις.
Σαμοθράκη λοιπόν..
Το νησί του ανέμου και του πόθου. Οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξη του γιατί έχει αύρα μαγική γύρω του και εμφανίζεται μόνο κάθε πανσέληνο. Είναι, τότε, η μέρα που στα μάτια εμπρός εκείνων που «γνωρίζουν», χορεύουν οι μάγισσες πιασμένες χέρι- χέρι τον τρελό χορό του έρωτα και της ζωής και τα μυριάδες ξωτικά κλέβουν τις καρδιές. Οι επισκέπτες αυτού του νησιού λίγοι και τολμηροί. Πολύ τολμηροί γιατί «όσοι τούτο το χώμα πατούν γίνονται δέσμιοι για πάντα στον ήχο του» και γυρνούν ξανά και ξανά για να γευτούν άλλη μία φορά ευλαβικά το κρυστάλλινο νερό του.
Σαμοθράκη…
Εδώ. Μια αίσθηση ανεξήγητη. Απερίγραπτη. Κάτι πλανάται στον αέρα. Απλώνεται και χάνεται και έρχεται ξανά. Σ’ αγγίζει, σε ζαλίζει, σε θυμώνει, σε θαμπώνει. Σε κάνει να θέλεις να φτάσεις στην άκρη του πιο ψηλού κι απόκρημνου «γκρεμού» και εκεί σου δίνει το δικαίωμα να αποφασίσεις εσύ τελικά αν θα πέσεις. Και πέφτεις! Γιατί παρ’ όλα αυτά σε σπρώχνει με γέλιο δυνατό. Και καθώς πέφτεις αναλογίζεσαι τι έκανες, τι δεν έκανες. Θυμάσαι, μετανιώνεις, λυγάς, φωνάζεις, κλαις … Πτώση δευτερολέπτων, σκέψεις χρόνων. Κι όταν φτάνεις στο τέλος του «γκρεμού» και νομίζεις πως είσαι πια ένα τίποτα σ’ αγκαλιάζει γλυκά. Χούφτα ονείρου και σ’ ανεβάζει ψηλά, ψηλά, πολύ ψηλά. Τόσο που βλέπεις τον κόσμο όλο, όλο τον δικό σου κόσμο.. Τότε μόνο είσαι σε θέση να γνωρίζεις κι ηρεμείς.
Εδώ. Στη Σαμοθράκη. Μπορείς να βρεις τον εαυτό σου. “
Alpiega “Τ’ανείπωτα”